σθένω

σθένω
могу

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Нужна помощь с курсовой?

Смотреть что такое "σθένω" в других словарях:

  • Σθενῶ — Σθενώ fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) Σθενώ fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σθένω — to have strength pres subj act 1st sg σθένω to have strength pres ind act 1st sg σθενόω strengthen pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) σθενόω strengthen imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σθενώ — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σθένω — Μία από τις τρεις Γοργόνες. > Γοργόνες και Γοργώ. * * * ΜΑ [σθένος] (με απρμφ.) έχω τη δύναμη, μπορώ να κάνω κάτι (α. «οὐ σθένει γλῶσσα, Δέσποινα, ὑμνολογῆσαι Σε», Ακολ. Ακάθ. Υμν. β. «βοηθεῑν με οὐκ ἔσθενον», ΠΔ γ. «oἱ μὲν οὐδέπω μακρὰν… …   Dictionary of Greek

  • σθενώ — Μία από τις τρεις Γοργόνες. > Γοργόνες και Γοργώ. * * * όω, ΜΑ [σθένος] ενισχύω, δυναμώνω κάποιον ή κάτι …   Dictionary of Greek

  • σθενῶ — σθενόω strengthen pres subj act 1st sg σθενόω strengthen pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σθένον — σθένω to have strength pres part act masc voc sg σθένω to have strength pres part act neut nom/voc/acc sg σθένω to have strength imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) σθένω to have strength imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σθενοῦς — Σθενώ fem nom/voc pl Σθενώ fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σθενόντων — σθένω to have strength pres part act masc/neut gen pl σθένω to have strength pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σθένε — σθένω to have strength pres imperat act 2nd sg σθένω to have strength imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σθένομεν — σθένω to have strength pres ind act 1st pl σθένω to have strength imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»